Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

ΣΚΙΩΔΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ


Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν με γοργούς ρυθμούς, το χιόνι έχει σκεπάσει τους δρόμους της πόλης με τον άσπρο μανδύα του. Το φως της μέρας έχει παραδώσει τη σκυτάλη στο σκοτάδι της νύχτας. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Είμαι ξύπνιος , δε μπορώ να κοιμηθώ. Κάτι με καλεί να βγω έξω στους παγωμένους δρόμους να το βρω, να το αναζητήσω…δε ξέρω τι , το συναίσθημα όμως είναι πολύ έντονο, σαν να ακούω μια φωνή μέσα στο μυαλό μου να με παροτρύνει να αφήσω τη ζεστασιά του σπιτιού μου για να ξεχυθώ στο κυνήγι του άγνωστου……Ρίχνω μια ματιά από το μπαλκόνι. Δεν κυκλοφορεί τίποτα έξω. Είναι σαν να είμαι εγώ και αυτό. Δύο μοναχικοί περιπατητές, ο κυνηγός και το θήραμα αν θέλετε που ψάχνουν αυτό το κάτι. Οι ρόλοι αντιστρέφονται. Δεν ξέρω αν είμαι εγώ ο κυνηγός εφ΄ όσον δέχτηκα το κάλεσμα του για να κυνηγήσω αυτό το κάτι ή το θήραμα που πάει σαν πρόβατο στη σφαγή. Είμαι αποφασισμένος να το ανακαλύψω. Ντύνομαι και κατεβαίνω τα σκαλιά του σπιτιού. Δύο ορόφους κάτω στέκομαι στο κατώφλι της εξώπορτας και ο παγερός αέρας μου κοκαλώνει το κορμί, αλλά η νύχτα είναι μαγική και δεν θα με πτοήσει τίποτα και για κανένα λόγο. Δεν ξέρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ, ποιο δρόμο να ακολουθήσω για να βρω αλήθεια τι? Δεν ξέρω καν τι είναι αυτό που ψάχνω και πού πρέπει να το βρω. Βασίζομαι στο ένστικτό μου και στο κάλεσμα…..
Καθώς βαδίζω με δυσκολία στους χιονισμένους δρόμους , παρατηρώ τα στολισμένα σπίτια που δίνουν ένα ιδιαίτερο μοτίβο στην πόλη στο ήδη γιορτινό πνεύμα των ημερών. Από την άλλη όμως δεν υπάρχει κανείς. Η ερημιά και η ησυχία που επικρατεί δεν συμβαδίζει με το όλο σκηνικό. Κάτι συμβαίνει…
Αμέσως κάνω τη σκέψη ότι δεν βρίσκομαι εδώ αλλά αλλού…η πόλη είναι ίδια και ταυτόχρονα διαφορετική. Ναι, πρέπει να είμαι αλλού. Πού αλλού? Σε μια παράλληλη κατάσταση παρακινούμενος από το ξαφνικό και αναπάντεχο κάλεσμα. Ο ενθουσιασμός μου μεγάλος. Δεν είναι εύκολο καθόλου να κάνεις αυτό το πέρασμα. Είμαι μόνος , λίγο φοβισμένος θα έλεγα. Συνεχίζω προς άγνωστη κατεύθυνση , δεν γυρίζω πίσω επειδή ίσως δεν ξέρω αν θα μου αρέσει αυτό που θα αντικρίσω, για το λόγο ότι είμαι <<κάπου αλλού>>. Γιατί να γυρίσω άλλωστε? Το <<πέρασμα>> είναι η ουτοπία κάθε επίδοξου ερευνητή και είναι κάτι που δεν συμβαίνει κάθε μέρα και σίγουρα όχι έτσι απλά. Πόσες φορές το έχουμε προσπαθήσει με την ομάδα να περάσουμε κάπου αλλού και μόνο μια φορά για λίγο το καταφέραμε, διαγράφοντας με τη πορεία μας ένα μαγικό σύμβολο στους δρόμους της πόλης.
Οι μεγαλουπόλεις έχουν τη δική τους ιερή γεωγραφία και η ρυμοτόμησή τους διαφέρει από τη μία στην άλλη, κάνοντας με αυτό τον τρόπο τη καθεμία ξεχωριστή. Πόσοι είναι αυτοί που ερευνούν τα σοκάκια των πόλεων, πόσοι την χαρτογραφούν για να βρουν τα μαγικά περάσματα, τα κομβικά σημεία εκείνα που σε οδηγούν αλλού? Μας έχουν βάλει σε ένα λούκι, σε μια καθημερινότητα με τα μύρια προβλήματα και κοιτάμε πώς να αντεπεξέλθουμε, να βγάλουμε τα προς το ζην και δεν κοιτάμε παραπέρα. Λογικό θα πει κανείς. Ακόμα και εμείς που ασχολούμαστε με το χώρο του μεταφυσικού και του περίεργου, δεν έχουμε καταφέρει να ξεφύγουμε από το μοντέλο ζωής που μας έχουν επιβάλει. Είμαστε εγκλωβισμένοι σε έναν υλιστικό κόσμο, στα κλουβιά που οι εξουσιαστές του κόσμου έχουν δημιουργήσει για να μην βλέπουμε τι συμβαίνει πέρα από τη μύτη μας, έτσι ώστε να μας έχουν σκλάβους για να περνάνε αυτοί καλά και εμείς να είμαστε ευτυχισμένοι στη δήθεν ελευθερία που νομίζουμε ότι έχουμε. Μια ελευθερία που στην ουσία είναι μια κατασκευασμένη φυλακή που μέρα με τη μέρα , χρόνο με το χρόνο μας αποδυναμώνει και μας απομυζεί τη ζωή. Η νύχτα πλέον μοιάζει πιο απειλητική από πριν. Το ψύχος φοβερό και το σκοτάδι τείνει να πνίξει τα φώτα της μεγαλούπολης. Συνεχίζω την πορεία μου προς εκείνο το άγνωστο κάλεσμα που έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου και σαν υπνωτισμένος οδεύω στο πουθενά, ολομόναχος μέσα σε μια άλλη κατάσταση, στα αόρατα μονοπάτια μιας πόλης μέσα στην πόλη. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου, πρέπει να περπατάω αρκετή ώρα. Ξαφνικά σταματάω απότομα. Στέκομαι μπροστά σε κάτι αρχαία απομεινάρια κάποιου ναού ίσως. Ο αέρας έχει αποκτήσει μια δυσωδία, σημάδι ότι δεν είμαι μόνος και ότι κάτι το απόκοσμο είναι εκεί μαζί μου. Έχει έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσω αυτό το κάτι. Ξέρω τι θέλει, δεν ξέρω όμως γιατί διάλεξε εμένα μόνο μου και με παρέσυρε σε αυτό το κυνηγητό. Αυτό το κάτι είναι οντότητες, ενεργειακά βαμπίρ όπως τα έχει ονομάσει ο Κάρλος Καστανέντα , που τρέφονται με την ενέργεια των ανθρώπων σε ονειρικό κυρίως επίπεδο και όχι σε αυτό το παιχνίδι που έχω μπλεχτεί. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά νιώθω να πνίγομαι και να ασφυκτιώ, χάνω τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Κάποια στιγμή έντρομος πετάγομαι πάνω και βρίσκομαι…
Είμαι σπίτι μου, στο δωμάτιο μου, στο κρεβάτι μου. Σηκώνομαι σαστισμένος, εξαντλημένος και αναρωτιέμαι τι έγινε. Ήταν όλα ένα όνειρο? Είχα βγει ασυναίσθητα στο ονειρικό πεδίο και διαδραματίστηκαν όλα αυτά ή μήπως έγιναν στα αλήθεια και έπαθα το σύνδρομο της σκιώδους αμνησίας? Ήμουν πλέον πολύ κουρασμένος για να μπω στη διαδικασία τέτοιων σκέψεων. Θα το συζητούσα με τους πιο έμπιστους . Αποφάσισα να ξαπλώσω πάλι για να ανασυντάξω τις δυνάμεις μου. Η περιπλάνηση ξαναρχίζει…

Στάυρος Γαββαλάς